γοφάρι
•
- το ψάρι του είδους Τεμνόδους ο άλτης (Pomatomus saltatrix) που μοιάζει με λαβράκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γοφάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γομφάριον με απλοποίηση [mf] > [ff] > [f], υποκοριστικό < ελληνιστική κοινή γόμφ(ος) + -άριον (-άρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γοφάρι | γοφάρια |
| Γενική | γοφαριού | γοφαριών |
| Αιτιατική | γοφάρι | γοφάρια |
| Κλητική | γοφάρι | γοφάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →