Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γοφάρι

/ɣoˈfa.ɾi/ουσιαστικό
•
  1. το ψάρι του είδους Τεμνόδους ο άλτης (Pomatomus saltatrix) που μοιάζει με λαβράκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γοφάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γομφάριον με απλοποίηση [mf] > [ff] > [f], υποκοριστικό < ελληνιστική κοινή γόμφ(ος) + -άριον (-άρι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγοφάριγοφάρια
Γενικήγοφαριούγοφαριών
Αιτιατικήγοφάριγοφάρια
Κλητικήγοφάριγοφάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →