Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γούρμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόώριμος Βικιλεξικό
    • ...ας είναι γούρμα σταφύλια, λογής, κεχριμπαρένια, άλικα, μαύρα. (Κωστής Παλαμάς, Τα σκολειά χτίστε)

Ετυμολογία

γούρμος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγούρμοςγούρμηγούρμο
Γενικήγούρμουγούρμηςγούρμου
Αιτιατικήγούρμογούρμηγούρμο
Κλητικήγούρμεγούρμηγούρμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγούρμοιγούρμεςγούρμα
Γενικήγούρμωνγούρμωνγούρμων
Αιτιατικήγούρμουςγούρμεςγούρμα
Κλητικήγούρμοιγούρμεςγούρμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →