γούρνα
•
- φυσική εδαφική κοιλότητα, μικρών διαστάσεων, που συγκεντρώνει νερά Βικιλεξικό
- τα βράχια στην παραλία είναι γεμάτα γούρνες από τις οποίες μπορείς να μαζέψεις δολώματα για ψάρεμα
- ειδικότερακατασκευή, συνήθως λίγο υπερυψωμένη, για να ποτίζονται ζώα Βικιλεξικό
- το πάνω, κοίλο τμήμα, του νιπτήρα ή του νεροχύτη, στο οποίο μαζεύεται νερό (αν κλείσουμε το στόμιο από το οποίο φεύγουν τα νερά) Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο μνήμα, ο τάφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γούρνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γούρνα < *γόρνη < ελληνιστική κοινή γρώνη (κοιλότητα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γούρνα | γούρνες |
| Γενική | γούρνας | — |
| Αιτιατική | γούρνα | γούρνες |
| Κλητική | γούρνα | γούρνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →