γούτσου γούτσου
•
- κατ΄ ιδίαν συνεύρεση - συζήτηση μεταξύ αλληλοσυμπαθούντων ατόμων με έκδηλες χειρονομίες Βικιλεξικό
- σκωπτικάγια άτομα που ενώ ανήκουν σε αντίπαλες παρατάξεις (πολιτικές, αθλητικές κ.λπ.) συνευρίσκονται με έκδηλη συμπάθεια. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γούτσου γούτσου < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →