Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γούτσου γούτσου

επίρρημα
•
  1. κατ΄ ιδίαν συνεύρεση - συζήτηση μεταξύ αλληλοσυμπαθούντων ατόμων με έκδηλες χειρονομίες Βικιλεξικό
  2. σκωπτικάγια άτομα που ενώ ανήκουν σε αντίπαλες παρατάξεις (πολιτικές, αθλητικές κ.λπ.) συνευρίσκονται με έκδηλη συμπάθεια. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γούτσου γούτσου < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →