γράδο
•
- όργανο που μετρά την πυκνότητα ενός υγρού, το πυκνόμετρο ή αραιόμετρο Βικιλεξικό
- ο βαθμός πυκνότητας ενός υγρού ή περιεκτικότητάς του σε ένα συστατικό, πχ ο αλκοολικός βαθμός του κρασιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γράδο < ιταλική grado
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γράδο | γράδα |
| Γενική | γράδου | γράδων |
| Αιτιατική | γράδο | γράδα |
| Κλητική | γράδο | γράδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →