γράφων
•
- που γράφει Βικιλεξικό
- Ὁ ἀρχισυντάκτης ῥίπτει τυχαίως βλέμμα ἐπὶ τῶν χειρογράφων τοῦ κ. Ἀγαθοπούλου, γράφοντος εἴδησιν ἔχουσαν οὕτω «...τὸ πλοῖον ἐβυθίσθη αὔτανδρον... — Ὄχι αὔτανδρον! ἐσώθη εἷς—τῷ παρατηρεῖ. — Ἐσώθη; τὶ δυστυχία! Θὰ σβύσω τὴν καλλιτέρα λέξιν. Κρῖμα νὰ μὴ πνιγῇ αὔτανδρον!
- < υπώνυμα: συντάκτης, συγγραφέας
- σε γραπτό λόγοτρόπος που ο συγγραφέας ενός κειμένου αναφέρεται στον εαυτό του ή σε τρίτο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Δεν επιβάλλεται δηλαδή, κατά τη γράφουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου η φύση του νομικού δεσμού μεταξύ δανείζοντα και δανειζόμενου στις περιπτώσεις δανεισμού τεχνικής ικανότητας και επαγγελματικών προσόντων να είναι άνευ ετέρου αυτή της υπεργολαβίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η μη εικονικότητα του δανεισμού.
Ετυμολογία
γράφων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γράφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γράφων
Άλλοι τύποι
γράφονγράφονταγράφονταςγράφοντεςγράφοντοςγράφουσαγράφουσαςγράφουσεςγράφωνγραφουσώνγραφούσηςγραφόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →