Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γράφων

/ˈɣɾa.fon/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που γράφει Βικιλεξικό
    • Ὁ ἀρχισυντάκτης ῥίπτει τυχαίως βλέμμα ἐπὶ τῶν χειρογράφων τοῦ κ. Ἀγαθοπούλου, γράφοντος εἴδησιν ἔχουσαν οὕτω «...τὸ πλοῖον ἐβυθίσθη αὔτανδρον... — Ὄχι αὔτανδρον! ἐσώθη εἷς—τῷ παρατηρεῖ. — Ἐσώθη; τὶ δυστυχία! Θὰ σβύσω τὴν καλλιτέρα λέξιν. Κρῖμα νὰ μὴ πνιγῇ αὔτανδρον!
    • < υπώνυμα: συντάκτης, συγγραφέας
  2. σε γραπτό λόγοτρόπος που ο συγγραφέας ενός κειμένου αναφέρεται στον εαυτό του ή σε τρίτο πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Δεν επιβάλλεται δηλαδή, κατά τη γράφουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου η φύση του νομικού δεσμού μεταξύ δανείζοντα και δανειζόμενου στις περιπτώσεις δανεισμού τεχνικής ικανότητας και επαγγελματικών προσόντων να είναι άνευ ετέρου αυτή της υπεργολαβίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η μη εικονικότητα του δανεισμού.

Ετυμολογία

γράφων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γράφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γράφων

Άλλοι τύποι

γράφονγράφονταγράφονταςγράφοντεςγράφοντοςγράφουσαγράφουσαςγράφουσεςγράφωνγραφουσώνγραφούσηςγραφόντων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →