Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γρέντζος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικότραχύς, σκληρός Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόάξεστος, αγροίκος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γρέντζος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρέντζος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγρέντζοςγρέντζαγρέντζο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →