Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γρίλια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το καθένα από τα μικρά οριζόντια ορθογώνια κομμάτια ξύλου που αποτελούν μέρος ενός παντζουριού και σχηματίζουν μεταξύ τους διάκενα που επιτρέπουν στον αέρα να μπαίνει από τα παράθυρα, όταν αυτά είναι κλειστά Βικιλεξικό
    • Απ' τις γρίλιες τρύπωνε η μυρωδιά των καθυστερημένα ανθισμένων κυδωνιών και οι μονότονες συναυλίες των τζιτζικιών. (Γιάννης Ξανθούλης (1984) Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα [μυθιστόρημα])
    • Με ξύπνησε το χάδι της μικρής αχτίδας του ήλιου που έμπαινε ανάμεσα απ΄ την γρίλια του παραθύρου δίπλα στην πόρτα εισόδου, στο μικρό και ανήλιαγο διαμέρισμά μου των σαράντα όλο κι όλο τετραγωνικών. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Καμιά καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη, Αστυνομικό μυθιστόρημα, 2014 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9A%CE%91%CE%9C%CE%99%CE%91_%CE%9A%CE%91%CE%9B%CE%97_%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%97_%CE%94%CE%95_%CE%9C%CE%95/aHtcAwAAQBAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B1&pg=PA2&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

γρίλια < (άμεσο δάνειο) ιταλική griglia

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγρίλιαγρίλιες
Γενικήγρίλιας—
Αιτιατικήγρίλιαγρίλιες
Κλητικήγρίλιαγρίλιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →