Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραΐδιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η γριούλα, πολύ ηλικιωμένη και αδυνατισμένη γυναίκα, ανήμπορη και μικροκαμωμένη. Σήμερα η λέξη γραΐδιο χρησιμοποιείται σπανιότατα, γιατί αντίστοιχα χρησιμοποιείται με συμπάθεια το υποκοριστικό γριούλα ή με ουδέτερη διάθεση ο προσδιορισμός πολύ γρια και πολύ ηλικιωμένη γυναίκα. Στις σπάνιες περιπτώσεις που χρησιμοποιείται η αρχαία λέξη, σήμερα πια έχει κυρίως υποτιμητική χροιά, π.χ. μη δίνεις σημασία στο γραΐδιο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραΐδιο (ν) και γρᾴδιον < γραῦς + ιδιον (κατάληξη υποκοριστικού)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγραΐδιογραΐδια
Γενικήγραΐδιου / γραϊδίουγραϊδίων
Αιτιατικήγραΐδιογραΐδια
Κλητικήγραΐδιογραΐδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →