Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραβατούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του γραβάτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραβατούλα < γραβάτα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγραβατούλαγραβατούλες
Γενικήγραβατούλας—
Αιτιατικήγραβατούλαγραβατούλες
Κλητικήγραβατούλαγραβατούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →