γραβιέρα
•
- τυρίείδος ελληνικού σκληρού κίτρινου τυριού Βικιλεξικό
- τυρίπαρόμοιο είδος τυριού, ελβετικής προέλευσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραβιέρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική groviera < γαλλική Gruyère (στη γαλλόφωνη Ελβετία όπου παράγεται) < μεσαιωνική λατινική Gruerius < γαλλική grue (το πουλί γερανός) < λατινική grus (το πουλί γερανός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραβιέρα | γραβιέρες |
| Γενική | γραβιέρας | — |
| Αιτιατική | γραβιέρα | γραβιέρες |
| Κλητική | γραβιέρα | γραβιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →