Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραικοτουρκικός

/ɣɾe.ko.tuɾ.ciˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στους Έλληνες (Γραικούς) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Βικιλεξικό
    • Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774 και με τις άλλες συνθήκες Ρωσίας και Πύλης που ακολούθησαν, οι ραγιάδες αποκτήσαν το δικαίωμα να υψώνουν τη ρωσική σημαία στα καράβια τους. Μετά τη συνθήκη του 1779, προς ουδετέρωσιν της ρωσικής επιρροής, ο ευφυής και μεγαλοπρεπής στόλαρχος Χουσεΐν πασάς παραχώρησε ανάλογα προνόμια στις ναυτικές νήσους, καθώς και άδεια κατασκευής μεγαλύτερων πλοίων, αλλά κυρίως τη χρήση ιδιαίτερης σημαίας, από τα πλοία των νήσων, της Γραικοτουρκικής (τρεις οριζόντιες ζώνες, μια κυανή στο μέσον και δύο ερυθρές επάνω και κάτω).
    • Γράφει λοιπόν ο Π. Ενεπεκίδης: «…και ο τραπεζίτης και εθνικός ευεργέτης Γ. Ζαρίφης όχι πλέον ως ουτοπικός οραματιστής ενός Γραικοτουρκικού βασιλείου ή ομοσπονδιακού κράτους με πρότυπο την παλαιά Αυστροουγγαρία, αλλώς ένας ρεαλιστής έμπορος».
  2. ο καραμανλίδικος Βικιλεξικό
    • Σημαντικό είναι και το ερευνητικό κεφάλαιο του Γιώργου Κεχαγιόγλου, το οποίο αναφέρεται στην ανεξερεύνητη γραικοτουρκική λογοτεχνική παραγωγή του 19ου αιώνα, κυρίως μετά το 1839, λόγω της Τανζιμάτ (μεταρρύθμιση).

Ετυμολογία

γραικοτουρκικός < Γραικ(ός) + -ο- + τουρκικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραικοτουρκικόςγραικοτουρκικήγραικοτουρκικό
Γενικήγραικοτουρκικούγραικοτουρκικήςγραικοτουρκικού
Αιτιατικήγραικοτουρκικόγραικοτουρκικήγραικοτουρκικό
Κλητικήγραικοτουρκικέγραικοτουρκικήγραικοτουρκικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραικοτουρκικοίγραικοτουρκικέςγραικοτουρκικά
Γενικήγραικοτουρκικώνγραικοτουρκικώνγραικοτουρκικών
Αιτιατικήγραικοτουρκικούςγραικοτουρκικέςγραικοτουρκικά
Κλητικήγραικοτουρκικοίγραικοτουρκικέςγραικοτουρκικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →