Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραμματικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο γραμματέας Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποο δάσκαλος των γραμμάτων / των ελληνικών (με σημερινούς όρους ο φιλόλογος) Βικιλεξικό
    • Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)
  3. φιλολογίαονομασία των φιλολόγων της Αλεξάνδρειας στην ελληνιστική περίοδο Βικιλεξικό
    • οι αλεξανδρινοί γραμματικοί

Ετυμολογία

γραμματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γραμματικός, ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου γραμματικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγραμματική / γραμματικός / γραμματικόγραμματικές / γραμματικοί / γραμματικά
Γενικήγραμματικής / γραμματικού / γραμματικούγραμματικών / γραμματικών / γραμματικών
Αιτιατικήγραμματική / γραμματικό / γραμματικόγραμματικές / γραμματικούς / γραμματικά
Κλητικήγραμματική / γραμματικέ / γραμματικόγραμματικές / γραμματικοί / γραμματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γραμματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στα γράμματα και τις γνώσεις Βικιλεξικό
    • έχει γραμματικές γνώσεις
  2. που αναφέρεται στη γραμματική Βικιλεξικό
    • γραμματικοί κανόνες, γραμματικό γένος
  3. η μορφή που μπορει να πάρει μια λέξη Βικιλεξικό
    • γραμματικοί τύποι ρημάτων, ουσιαστικών
  4. που αναφέρεται κυριολεκτικά ή μεταφορικά σε γράμμα και σε λέξη Βικιλεξικό
    • γραμματική ερμηνεία του νόμου είναι η κατά γράμμα ερμηνεία του, η κατ' άλλους η αυστηρή και κατ' άλλους η απόλυτα σωστή, επειδή ακριβώς μένει στο τυπικό και δεν παρεκκλίνει σε υποκειμενικές εκτιμήσεις

Ετυμολογία

γραμματικός < :* που αναφέρεται στα γράμματα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γραμματικός (που γνωρίζει καλά τα γράμματα, που μπορεί να τα διδάξει) < αρχαία ελληνική γράφω :* που έχει σχέση με τη γραμματική < γραμματικ(ή) + -ός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραμματικόςγραμματικήγραμματικό
Γενικήγραμματικούγραμματικήςγραμματικού
Αιτιατικήγραμματικόγραμματικήγραμματικό
Κλητικήγραμματικέγραμματικήγραμματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραμματικοίγραμματικέςγραμματικά
Γενικήγραμματικώνγραμματικώνγραμματικών
Αιτιατικήγραμματικούςγραμματικέςγραμματικά
Κλητικήγραμματικοίγραμματικέςγραμματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →