γραμματοκιβώτιο
•
- μικρό κιβώτιο με σχισμή, τοποθετημένο έξω από το σπίτι ή στην είσοδο της πολυκατοικίας, μέσα στο οποίο παραδίδει ο ταχυδρόμος την αλληλογραφία μας Βικιλεξικό
- πληροφορικήο φάκελος εισερχομένων του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραμματοκιβώτιο < γράμμα (επιστολή) + κιβώτιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμματοκιβώτιο | γραμματοκιβώτια |
| Γενική | γραμματοκιβωτίου / γραμματοκιβώτιου | γραμματοκιβωτίων |
| Αιτιατική | γραμματοκιβώτιο | γραμματοκιβώτια |
| Κλητική | γραμματοκιβώτιο | γραμματοκιβώτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →