γραμματολογικός
•
- ο σχετικός με τη γραμματολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραμματολογικός < γραμματολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμματολογικός | γραμματολογική | γραμματολογικό |
| Γενική | γραμματολογικού | γραμματολογικής | γραμματολογικού |
| Αιτιατική | γραμματολογικό | γραμματολογική | γραμματολογικό |
| Κλητική | γραμματολογικέ | γραμματολογική | γραμματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμματολογικοί | γραμματολογικές | γραμματολογικά |
| Γενική | γραμματολογικών | γραμματολογικών | γραμματολογικών |
| Αιτιατική | γραμματολογικούς | γραμματολογικές | γραμματολογικά |
| Κλητική | γραμματολογικοί | γραμματολογικές | γραμματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →