γραμματοσυλλέκτης
•
- επάγγελμαπου συλλέγει τα γράμματα / επιστολές (από γραμματοκιβώτια ή αλλού) Βικιλεξικό
- καταχρηστικάαντί του γραμματοσημοσυλλέκτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραμματοσυλλέκτης < γράμμα + -ο- + συλλέκτης # γραμματοσυλλέκτης < γραμματόσημο + -ο- + συλλέκτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμματοσυλλέκτης | γραμματοσυλλέκτες |
| Γενική | γραμματοσυλλέκτη | γραμματοσυλλεκτών |
| Αιτιατική | γραμματοσυλλέκτη | γραμματοσυλλέκτες |
| Κλητική | γραμματοσυλλέκτη | γραμματοσυλλέκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →