γραμμικός
•
- ο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
- γραμμικό σχέδιο (σε αντιδιαστολή με το ελεύθερο σχέδιο)
- μαθηματικάο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
- γραμμική συνάρτηση
- μεταφορικάο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
- σε αυτό το μυθιστόρημα η αφήγηση είναι γραμμική, χωρίς αναδρομές στο παρελθόν ή πρόδρομη αφήγηση
- ο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
- η γραμμική γραφή Β των μυκηναϊκών πινακίδων αποκρυπτογραφήθηκε από τους Βέντρις και Τσάνγουικ
- για μέσο επικοινωνίας και πληροφόρησηςο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραμμικός < γραμμή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμμικός | γραμμική | γραμμικό |
| Γενική | γραμμικού | γραμμικής | γραμμικού |
| Αιτιατική | γραμμικό | γραμμική | γραμμικό |
| Κλητική | γραμμικέ | γραμμική | γραμμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμμικοί | γραμμικές | γραμμικά |
| Γενική | γραμμικών | γραμμικών | γραμμικών |
| Αιτιατική | γραμμικούς | γραμμικές | γραμμικά |
| Κλητική | γραμμικοί | γραμμικές | γραμμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →