Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραμμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
    • γραμμικό σχέδιο (σε αντιδιαστολή με το ελεύθερο σχέδιο)
  2. μαθηματικάο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
    • γραμμική συνάρτηση
  3. μεταφορικάο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
    • σε αυτό το μυθιστόρημα η αφήγηση είναι γραμμική, χωρίς αναδρομές στο παρελθόν ή πρόδρομη αφήγηση
  4. ο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό
    • η γραμμική γραφή Β των μυκηναϊκών πινακίδων αποκρυπτογραφήθηκε από τους Βέντρις και Τσάνγουικ
  5. για μέσο επικοινωνίας και πληροφόρησηςο σχετικός με γραμμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραμμικός < γραμμή + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραμμικόςγραμμικήγραμμικό
Γενικήγραμμικούγραμμικήςγραμμικού
Αιτιατικήγραμμικόγραμμικήγραμμικό
Κλητικήγραμμικέγραμμικήγραμμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραμμικοίγραμμικέςγραμμικά
Γενικήγραμμικώνγραμμικώνγραμμικών
Αιτιατικήγραμμικούςγραμμικέςγραμμικά
Κλητικήγραμμικοίγραμμικέςγραμμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →