γραμμωμένος
•
- που έχει γραμμές, στον οποίο φαίνονται γραμμές, αδύνατος Βικιλεξικό
- Μαλλιά καστανά, ίσια, που αν τα άφηνε ελεύθερα σκεπάζανε τους ώμους της, αλλά που προτιμούσε να τα πιάνει σε μια χαμηλή αλογοουρά – ίσως γιατί έτσι φαινότανε πιο καθαρά ο λαιμός της· λεπτός, γραμμωμένος, λαιμός κύκνου. (Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, 2016 https://books.google.gr/books?id=l_YPDAAAQBAJ&newbks=0&lpg=PT10&dq=%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82&pg=PT10)
- γυμνασμένος, τόσο που φαίνονται γραμμώσεις των μυώνων Βικιλεξικό
- Τον γούσταρα τότε, ψηλός, γραμμωμένος, με εκείνο το βλέμμα (Ελευθερία Κυρίμη, Η θάλασσα στο χιόνι, εκδ. Μεταίχμιο, 2019. https://books.google.gr/books?id=fxWJDwAAQBAJ&newbks=0&lpg=PT10&dq=%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82&pg=PT10)
Ετυμολογία
γραμμωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γραμμώνομαι
Άλλοι τύποι
γραμμωμέναγραμμωμένεγραμμωμένεςγραμμωμένηγραμμωμένηςγραμμωμένογραμμωμένοιγραμμωμένοςγραμμωμένουγραμμωμένουςγραμμωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →