γρανάζι
•
- εξάρτημαοδοντωτός τροχός που σε ζεύγη χρησιμοποιείται για την μετάδοση κίνησης Βικιλεξικό
- η κάθε οδόντωση ή εγκοπή του Βικιλεξικό
- μεταφορικάσειρά γεγονότων και δυσκολιών απ' τις οποίες δύσκολα ξεφεύγει κανείς Βικιλεξικό
- πέφτω / μπλέκω στα γρανάζια της γραφειοκρατίας
Ετυμολογία
γρανάζι < (άμεσο δάνειο) γαλλική engrenage + -ι με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρανάζι | γρανάζια |
| Γενική | γραναζιού | γραναζιών |
| Αιτιατική | γρανάζι | γρανάζια |
| Κλητική | γρανάζι | γρανάζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →