Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γρανάζι

/ɣɾaˈna.zi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εξάρτημαοδοντωτός τροχός που σε ζεύγη χρησιμοποιείται για την μετάδοση κίνησης Βικιλεξικό
  2. η κάθε οδόντωση ή εγκοπή του Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσειρά γεγονότων και δυσκολιών απ' τις οποίες δύσκολα ξεφεύγει κανείς Βικιλεξικό
    • πέφτω / μπλέκω στα γρανάζια της γραφειοκρατίας

Ετυμολογία

γρανάζι < (άμεσο δάνειο) γαλλική engrenage + -ι με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγρανάζιγρανάζια
Γενικήγραναζιούγραναζιών
Αιτιατικήγρανάζιγρανάζια
Κλητικήγρανάζιγρανάζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →