γρανίτα
•
- γαστρονομίαένα είδος παγωτού, που φτιάχνεται από χυμό φρούτων και συνήθως το πίνουμε με καλαμάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρανίτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική granita < granire < grano < λατινική granum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵr̥h₂nóm < *ǵerh₂ (μεγαλώνω, ωριμάζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρανίτα | γρανίτες |
| Γενική | γρανίτας | γρανιτών |
| Αιτιατική | γρανίτα | γρανίτες |
| Κλητική | γρανίτα | γρανίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →