γραπωμένος
•
- κρατημένος σφιχτά από κάτι Βικιλεξικό
- ακίνητος και προσκολλημμένος σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραπωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου γραπώνω
Άλλοι τύποι
γραπωμέναγραπωμένεγραπωμένεςγραπωμένηγραπωμένηςγραπωμένογραπωμένοιγραπωμένοςγραπωμένουγραπωμένουςγραπωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →