γρασαδόρος
•
- εργαλείο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση γράσου σε μηχανές Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο μηχανισμός που βρίσκεται σε μια μηχανή και γρασάρει αυτόματα τα σημεία της μηχανής Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο εξάρτημα που βρίσκεται στην άκρη του μηχανισμού (2) στο οποίο τοποθετείται ο γρασαδόρος (1) για να προστεθεί γράσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρασαδόρος < γράσο + -αδόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρασαδόρος | γρασαδόροι |
| Γενική | γρασαδόρου | γρασαδόρων |
| Αιτιατική | γρασαδόρο | γρασαδόρους |
| Κλητική | γρασαδόρε | γρασαδόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →