Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γρασαδόρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εργαλείο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση γράσου σε μηχανές Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο μηχανισμός που βρίσκεται σε μια μηχανή και γρασάρει αυτόματα τα σημεία της μηχανής Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητο εξάρτημα που βρίσκεται στην άκρη του μηχανισμού (2) στο οποίο τοποθετείται ο γρασαδόρος (1) για να προστεθεί γράσο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γρασαδόρος < γράσο + -αδόρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγρασαδόροςγρασαδόροι
Γενικήγρασαδόρουγρασαδόρων
Αιτιατικήγρασαδόρογρασαδόρους
Κλητικήγρασαδόρεγρασαδόροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →