γρατσουνίζω
•
- σκίζω την επιφάνεια κάποιου πράγματος με κάτι μυτερό όπως το νύχι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαίζω εντελώς αδέξια και εκνευριστικά κάποιο έγχορδο μουσικό όργανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρατσουνίζω < (ηχομιμητική λέξη) (γρατς)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γρατσουνίζω | γρατσουνίζεις | γρατσουνίζει | γρατσουνίζουμε | γρατσουνίζετε | γρατσουνίζουν / γρατσουνίζουνε |
| Παρατατικός | γρατσούνιζα | γρατσούνιζες | γρατσούνιζε | γρατσουνίζαμε | γρατσουνίζατε | γρατσουνίζαν / γρατσουνίζανε / γρατσούνιζαν |
| Αόριστος | γρατσούνισα | γρατσούνισες | γρατσούνισε | γρατσουνίσαμε | γρατσουνίσατε | γρατσουνίσαν / γρατσουνίσανε / γρατσούνισαν |
| Μέλλοντας | θα γρατσουνίζω / θα γρατσουνίσω | θα γρατσουνίζεις / θα γρατσουνίσεις | θα γρατσουνίζει / θα γρατσουνίσει | θα γρατσουνίζουμε / θα γρατσουνίσουμε | θα γρατσουνίζετε / θα γρατσουνίσετε | θα γρατσουνίζουν / θα γρατσουνίζουνε / θα γρατσουνίσουν / θα γρατσουνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γρατσουνίσει | έχεις γρατσουνίσει | έχει γρατσουνίσει | έχουμε γρατσουνίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γρατσουνίσει | είχες γρατσουνίσει | είχε γρατσουνίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γρατσουνίσει / να γρατσουνίζω / να γρατσουνίσω | να έχεις γρατσουνίσει / να γρατσουνίζεις / να γρατσουνίσεις | να έχει γρατσουνίσει / να γρατσουνίζει / να γρατσουνίσει | να έχουμε γρατσουνίσει / να γρατσουνίζουμε / να γρατσουνίσουμε | να γρατσουνίζετε / να γρατσουνίσετε | να γρατσουνίζουν / να γρατσουνίζουνε / να γρατσουνίσουν / να γρατσουνίσουνε |
| Προστακτική | — | γρατσούνιζε / γρατσούνισε | — | — | γρατσουνίζετε / γρατσουνίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γρατσουνίστηκαγρατσουνίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →