γραφένιο
•
- νεολογισμόςυλικό που αποτελείται από φύλλα άνθρακα με κυψελωτή μορφή πλέγματος Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με τη νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο ACS Nano, μια επιθεώρηση της Αμερικανικής Χημικής Εταιρείας, η αντοχή του καρβυνίου στον εφελκυσμό, δηλαδή η αντοχή του στο τέντωμα, είναι διπλάσια του γραφενίου και ξεπερνά «κάθε άλλο γνωστό υλικό». (*)
Ετυμολογία
γραφένιο < αγγλική graphene < graphite + -ene < γερμανική Graphit < αρχαία ελληνική γράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφένιο | γραφένια |
| Γενική | γραφένιου / γραφενίου | γραφενίων |
| Αιτιατική | γραφένιο | γραφένια |
| Κλητική | γραφένιο | γραφένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →