γραφή
•
- η ανθρώπινη επινόηση για την παράσταση του λόγου και της σκέψης με σύμβολα (γράμματα, συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα) που σχηματίζονται πάνω σε κατάλληλο υλικό (πέτρα, περγαμηνή, χαρτί κλπ) Βικιλεξικό
- Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας, tovima.gr 01/11/2014 https://www.tovima.gr/2014/11/01/opinions/i-symboli-toy-ellinikoy-alfabitoy-ston-politismo-mas/)
- η ενέργεια με την οποία κάποιος γράφει κάτι ή η συγγραφική δραστηριότητα Βικιλεξικό
- ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο κάποιος γράφει ή ο γραφικός χαρακτήρας ενός ατόμου Βικιλεξικό
- δυσανάγνωστη γραφή
- ο συγκεκριμένος ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος εκφράζεται γραπτώς, το ύφος Βικιλεξικό
- η υπαρξιακή γραφή του τάδε ποιητή
- Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)
- κάθε μία από τις περισσότερες διαδοχικές εκδοχές ενός κειμένου Βικιλεξικό
- η πρώτη γραφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού
- παρωχημένοεπιστολή Βικιλεξικό
- με κεφαλαίοη Αγία Γραφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραφή < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική γραφή < γράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφή | γραφές |
| Γενική | γραφής | γραφών |
| Αιτιατική | γραφή | γραφές |
| Κλητική | γραφή | γραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →