γραφίδα
•
- όργανο με οξεία απόληξη που χρησιμοποιείται για να γράφουμε· η πένα Βικιλεξικό
- ακίδα που μετακινείται με ειδικό μηχανισμό και γράφει πάνω σε ταινία χαρτιού στα αυτογραφικά όργανα Βικιλεξικό
- ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος συγγράφει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραφίδα < αρχαία ελληνική γραφίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφίδα | γραφίδες |
| Γενική | γραφίδας | γραφίδων |
| Αιτιατική | γραφίδα | γραφίδες |
| Κλητική | γραφίδα | γραφίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →