γραφίστρια
•
- επάγγελμαη ασχολούμενη με την γραφιστική (αρσενικό γραφίστας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραφίστρια < γραφίσ(τας) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφίστρια | γραφίστριες |
| Γενική | γραφίστριας | γραφιστριών |
| Αιτιατική | γραφίστρια | γραφίστριες |
| Κλητική | γραφίστρια | γραφίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →