Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραφίστρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαη ασχολούμενη με την γραφιστική (αρσενικό γραφίστας) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραφίστρια < γραφίσ(τας) + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγραφίστριαγραφίστριες
Γενικήγραφίστριαςγραφιστριών
Αιτιατικήγραφίστριαγραφίστριες
Κλητικήγραφίστριαγραφίστριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →