γραφιστικός
•
- ο σχετικός με γραφιστική, γραφίστικος Βικιλεξικό
- εσφαλμένα ο γραφικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραφιστικός < γραφιστική + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφιστικός | γραφιστική | γραφιστικό |
| Γενική | γραφιστικού | γραφιστικής | γραφιστικού |
| Αιτιατική | γραφιστικό | γραφιστική | γραφιστικό |
| Κλητική | γραφιστικέ | γραφιστική | γραφιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφιστικοί | γραφιστικές | γραφιστικά |
| Γενική | γραφιστικών | γραφιστικών | γραφιστικών |
| Αιτιατική | γραφιστικούς | γραφιστικές | γραφιστικά |
| Κλητική | γραφιστικοί | γραφιστικές | γραφιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →