Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραφιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με γραφιστική, γραφίστικος Βικιλεξικό
  2. εσφαλμένα ο γραφικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραφιστικός < γραφιστική + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραφιστικόςγραφιστικήγραφιστικό
Γενικήγραφιστικούγραφιστικήςγραφιστικού
Αιτιατικήγραφιστικόγραφιστικήγραφιστικό
Κλητικήγραφιστικέγραφιστικήγραφιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραφιστικοίγραφιστικέςγραφιστικά
Γενικήγραφιστικώνγραφιστικώνγραφιστικών
Αιτιατικήγραφιστικούςγραφιστικέςγραφιστικά
Κλητικήγραφιστικοίγραφιστικέςγραφιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →