γραφοσκόπιο
•
- οπτικήόργανο που φέρει αμφίκυρτο φακό για τη μεγέθυνση εγγράφων, φωτογραφιών, χαρακτικών κ.λπ., με το οποίο επιχειρείται γραφολογική εξέταση κειμένων ή η ακρίβεια αντιγράφων (φωτοτυπιών) κ.τ.ό. Βικιλεξικό
- ειδική εποπτική συσκευή με την οποία επιχειρείται προβολή διαφανειών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραφοσκόπιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική graphoscope < αρχαία ελληνική γράφω + σκοπέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφοσκόπιο | γραφοσκόπια |
| Γενική | γραφοσκοπίου / γραφοσκόπιου | γραφοσκοπίων |
| Αιτιατική | γραφοσκόπιο | γραφοσκόπια |
| Κλητική | γραφοσκόπιο | γραφοσκόπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →