Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραφτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραπτός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραφτός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραφτόςγραφτήγραφτό
Γενικήγραφτούγραφτήςγραφτού
Αιτιατικήγραφτόγραφτήγραφτό
Κλητικήγραφτέγραφτήγραφτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραφτοίγραφτέςγραφτά
Γενικήγραφτώνγραφτώνγραφτών
Αιτιατικήγραφτούςγραφτέςγραφτά
Κλητικήγραφτοίγραφτέςγραφτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →