Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου ταιριάζει ή αναφέρεται σε γριά Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςπαρωχημένος, ξεπερασμένος, αναχρονιστικός Βικιλεξικό
    • Όμως η Φυσική έρχεται κατά κάποιο τρόπο να συμπληρώσει το έργο των Μαθηματικών, καθώς είναι η μόνη επιστήμη που με τις ορθολογικές «εξηγήσεις και ερμηνείες των πραγμάτων» μπορεί να προχωρήσει ως το ξερίζωμα κάθε «γραώδους μύθου» που, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κούμας στην προλογική επιστολή «Προς τους αναγιγνώσκοντας» το εγχειρίδιό του «Σύνοψις Φυσικής», «εκφυλίζει» και «κατακρημνίζει» τον «ηγεμόνα νουν του ανθρώπου εις πολλά κατώτερον βαθμόν παρά τον οποίον κατέχουσι τα ανόητα κτήνη».

Ετυμολογία

γραώδης < ελληνιστική κοινή γραώδης < γραῦς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραώδηςγραώδηςγραώδες
Γενικήγραώδουςγραώδουςγραώδους
Αιτιατικήγραώδηγραώδηγραώδες
Κλητικήγραώδη / γραώδηςγραώδηςγραώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγραώδειςγραώδειςγραώδη
Γενικήγραωδώνγραωδώνγραωδών
Αιτιατικήγραώδειςγραώδειςγραώδη
Κλητικήγραώδειςγραώδειςγραώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →