γρεναδίνη
•
- γαστρονομίασιρόπι ή χυμός ροδιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρεναδίνη < γαλλική grenade < λατινική (pomum) granatum, ουδέτερο του granatus < granum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵrHnom / *g̑er (κόκκος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρεναδίνη | γρεναδίνες |
| Γενική | γρεναδίνης | γρεναδινών |
| Αιτιατική | γρεναδίνη | γρεναδίνες |
| Κλητική | γρεναδίνη | γρεναδίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →