Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γρι

επίρρημα, ουδέτερο
•
  1. άλλη γραφή του γρυ (χρησιμοποιείται κυρίως στον προφορικό λόγο και δηλώνει την πλήρη άγνοια πάνω σε ένα αντικείμενο, τίποτα, μηδέν) Βικιλεξικό
    • Δεν καταλαβαίνω γρι απ’ ό,τι μού λες.
    • Δε σκαμπάζω γρι γαλλικά.

Ετυμολογία

γρι < αρχαία ελληνική οὐδέ γρῦ (ούτε λέξη, τσιμουδιά) < αρχαία ελληνική γρῦ (τίποτα, μηδέν)· λέξη που συνδέεται ηχομιμητικά με τη φωνή του γουρουνιού (ορθογραφική απλοποίηση)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →