Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γρικώ

/ɣɾiˈko/ρήμα
•
  1. ακούω Βικιλεξικό
    • -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
    • 1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, (απόσπασμα), στίχ. 3 (1-4)
  2. αισθάνομαι Βικιλεξικό
  3. καταλαβαίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γρικώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρικῶ, γροικῶ < ἀγρικῶ, ἀγροικῶ, με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος < *ἀγροικ(ός) + -ώ, αρχαία ελληνική ἄγροικος (κάτοικος των αγρών, άξεστος), όπου το αρχικό ἄ- της λέξης ἄγροικος εκλήφθηκε ως στερητικό.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγρικάω / γρικώγρικάςγρικά / γρικάειγρικάμε / γρικούμεγρικάτεγρικάν / γρικάνε / γρικούν / γρικούνε
Παρατατικόςγρικούσαγρικούσεςγρικούσεγρικούσαμεγρικούσατεγρικούσαν / γρικούσανε
Αόριστοςγρίκησαγρίκησεςγρίκησεγρικήσαμεγρικήσατεγρίκησαν / γρικήσαν / γρικήσανε
Μέλλονταςθα γρικάω / θα γρικήσω / θα γρικώθα γρικάς / θα γρικήσειςθα γρικά / θα γρικάει / θα γρικήσειθα γρικάμε / θα γρικήσουμε / θα γρικούμεθα γρικάτε / θα γρικήσετεθα γρικάν / θα γρικάνε / θα γρικήσουν / θα γρικήσουνε / θα γρικούν / θα γρικούνε
Παρακείμενοςέχω γρικήσειέχεις γρικήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα γρικήσει—————
Υποτακτικήνα έχω γρικήσει / να γρικάω / να γρικήσω / να γρικώνα έχεις γρικήσει / να γρικάς / να γρικήσειςνα γρικά / να γρικάει / να γρικήσεινα γρικάμε / να γρικήσουμε / να γρικούμενα γρικάτε / να γρικήσετενα γρικάν / να γρικάνε / να γρικήσουν / να γρικήσουνε / να γρικούν / να γρικούνε
Προστακτική—γρίκα / γρίκαγε / γρίκησε——γρικάτε / γρικήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →