γριούλα
•
- η αδυναμη ίσως και άρρωστη, αλλά πάντως αγαθή ηλικιωμένη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γριούλα < υποκοριστικό για την αρκετά ηλικιωμένη γυναίκα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γριούλα | γριούλες |
| Γενική | γριούλας | — |
| Αιτιατική | γριούλα | γριούλες |
| Κλητική | γριούλα | γριούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →