γριφωδώς
•
- λόγιομε γρίφους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γριφωδώς < ελληνιστική κοινή γριφωδῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
γριφωδώς < ελληνιστική κοινή γριφωδῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →