γρουσουζεύω
•
- φέρνω σε κάποιον γρουσουζιά ή κακή τύχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρουσουζεύω < γρουσούζ(ης) + -εύω < τουρκική uğursuz < τουρκική uğur < παλαιά τουρκικά oğur / uğur < πρωτοτουρκική
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γρουσουζεύω | γρουσουζεύεις | γρουσουζεύει | γρουσουζεύουμε | γρουσουζεύετε | γρουσουζεύουν / γρουσουζεύουνε |
| Παρατατικός | γρουσούζευα | γρουσούζευες | γρουσούζευε | γρουσουζεύαμε | γρουσουζεύατε | γρουσουζεύαν / γρουσουζεύανε / γρουσούζευαν |
| Αόριστος | γρουσούζεψα | γρουσούζεψες | γρουσούζεψε | γρουσουζέψαμε | γρουσουζέψατε | γρουσουζέψαν / γρουσουζέψανε / γρουσούζεψαν |
| Μέλλοντας | θα γρουσουζέψω / θα γρουσουζεύω | θα γρουσουζέψεις / θα γρουσουζεύεις | θα γρουσουζέψει / θα γρουσουζεύει | θα γρουσουζέψουμε / θα γρουσουζεύουμε | θα γρουσουζέψετε / θα γρουσουζεύετε | θα γρουσουζέψουν / θα γρουσουζέψουνε / θα γρουσουζεύουν / θα γρουσουζεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω γρουσουζέψει | έχεις γρουσουζέψει | έχει γρουσουζέψει | έχουμε γρουσουζέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γρουσουζέψει | είχες γρουσουζέψει | είχε γρουσουζέψει | είχαμε γρουσουζέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γρουσουζέψει / να γρουσουζέψω / να γρουσουζεύω | να έχεις γρουσουζέψει / να γρουσουζέψεις / να γρουσουζεύεις | να έχει γρουσουζέψει / να γρουσουζέψει / να γρουσουζεύει | να έχουμε γρουσουζέψει / να γρουσουζέψουμε / να γρουσουζεύουμε | να γρουσουζέψετε / να γρουσουζεύετε | να γρουσουζέψουν / να γρουσουζέψουνε / να γρουσουζεύουν / να γρουσουζεύουνε |
| Προστακτική | — | γρουσούζευε / γρουσούζεψε | — | — | γρουσουζέψτε / γρουσουζεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γρουσουζεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →