γρουσουζιά
•
- η ιδιότητα του γρουσούζη, οτιδήποτε, σύμφωνα με την λαϊκή δοξασία, φέρνει κακοτυχία Βικιλεξικό
- η ιδιότητα του κακότροπου, του δύστροπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρουσουζιά < γρουσούζ(ης) + -ιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρουσουζιά | γρουσουζιές |
| Γενική | γρουσουζιάς | γρουσουζιών |
| Αιτιατική | γρουσουζιά | γρουσουζιές |
| Κλητική | γρουσουζιά | γρουσουζιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →