γρυλίζω
•
- βγάζω μικρούς υπόκωφους και άναρθρους ήχους που ακούγονται σαν γρρρ ή γκρρρ Βικιλεξικό
- (όντας ζώο, λόγω θυμού, λόγω νοητικής καθυστέρησης, σε μουσική μπάντα με κτηνώδη φωνητικά κτλ.)
Ετυμολογία
γρυλίζω < αρχαία ελληνική γρυλίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γρυλίζω | γρυλίζεις | γρυλίζει | γρυλίζουμε | γρυλίζετε | γρυλίζουν / γρυλίζουνε |
| Παρατατικός | γρύλιζα | γρύλιζες | γρύλιζε | γρυλίζαμε | γρυλίζατε | γρυλίζαν / γρυλίζανε / γρύλιζαν |
| Αόριστος | γρύλισα | γρύλισες | γρύλισε | γρυλίσαμε | γρυλίσατε | γρυλίσαν / γρυλίσανε / γρύλισαν |
| Μέλλοντας | θα γρυλίζω / θα γρυλίσω | θα γρυλίζεις / θα γρυλίσεις | θα γρυλίζει / θα γρυλίσει | θα γρυλίζουμε / θα γρυλίσουμε | θα γρυλίζετε / θα γρυλίσετε | θα γρυλίζουν / θα γρυλίζουνε / θα γρυλίσουν / θα γρυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γρυλίσει | έχεις γρυλίσει | έχει γρυλίσει | έχουμε γρυλίσει | έχετε γρυλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γρυλίσει | είχες γρυλίσει | είχε γρυλίσει | είχαμε γρυλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γρυλίσει / να γρυλίζω / να γρυλίσω | να έχεις γρυλίσει / να γρυλίζεις / να γρυλίσεις | να έχει γρυλίσει / να γρυλίζει / να γρυλίσει | να έχουμε γρυλίσει / να γρυλίζουμε / να γρυλίσουμε | να έχετε γρυλίσει / να γρυλίζετε / να γρυλίσετε | να γρυλίζουν / να γρυλίζουνε / να γρυλίσουν / να γρυλίσουνε |
| Προστακτική | — | γρύλιζε / γρύλισε | — | — | γρυλίζετε / γρυλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →