Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γρύπος

/ˈɣɾi.pos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςάλλη γραφή του γρίπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γρύπος < → δείτε τη λέξη γρίπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγρύποςγρύποι
Γενικήγρύπουγρύπων
Αιτιατικήγρύπογρύπους
Κλητικήγρύπεγρύποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γρυπός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιογαμψός Βικιλεξικό
    • γρυπή μύτη, γρυπό ρύγχος

Ετυμολογία

γρυπός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γρυπός (Δε σχετίζεται με το ἄγρ‑υπνος.)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγρυπόςγρυπήγρυπό
Γενικήγρυπούγρυπήςγρυπού
Αιτιατικήγρυπόγρυπήγρυπό
Κλητικήγρυπέγρυπήγρυπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγρυποίγρυπέςγρυπά
Γενικήγρυπώνγρυπώνγρυπών
Αιτιατικήγρυπούςγρυπέςγρυπά
Κλητικήγρυποίγρυπέςγρυπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →