γρόμπος
•
- εξόγκωμα δέρματος Βικιλεξικό
- ιδιωματικόσβώλος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γρόμπος < ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (άμεσο δάνειο) λατινική grumus (μικρός σωρός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gar- / *ger- (δένω, ενώνω) : ή < ιταλική groppo (κόμπος, γρόμπος) < δημώδης λατινική *cruppo < πρωτογερμανική *kruppaz (σβώλος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *grewb- : ή < σλαβικής προέλευσης гръб (ɡrɤp) < πρωτοσλαβική *gъrbъ (εξόγκωμα, έξαρμα, γρόμπος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γρόμπος | γρόμποι |
| Γενική | γρόμπου | γρόμπων |
| Αιτιατική | γρόμπο | γρόμπους |
| Κλητική | γρόμπε | γρόμποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →