Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυάλινος

/ˈʝa.li.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος από γυαλί Βικιλεξικό
    • Τα κτερίσματα αυτού του τάφου, αντίθετα με την πολυτελή κατασκευή του ήταν μάλλον πενιχρά. Βρέθηκαν, εκτός από αβαφή όστρακα, μια μικρή οινοχόη, όμοια με του τάφου Τ1, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια οστέινη ψήφος, θραύσματα από χάλκινα ενώτια, από τα οποία το ένα με γυάλινα στοιχεία (Εικ. 17) και ένα πολύ μικρό.. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, Τόμος 8, ΑΠΘ, 1998, σελ. 246)
  2. μεταφορικάανέκφραστος Βικιλεξικό
    • γυάλιν βλέμμα

Ετυμολογία

γυάλινος < γυαλ(ί) + -ινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγυάλινοςγυάλινηγυάλινο
Γενικήγυάλινουγυάλινηςγυάλινου
Αιτιατικήγυάλινογυάλινηγυάλινο
Κλητικήγυάλινεγυάλινηγυάλινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγυάλινοιγυάλινεςγυάλινα
Γενικήγυάλινωνγυάλινωνγυάλινων
Αιτιατικήγυάλινουςγυάλινεςγυάλινα
Κλητικήγυάλινοιγυάλινεςγυάλινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →