Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυαλάκια

/ʝaˈla.ca/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρά γυαλιά (οπτικά βοηθήματα) Βικιλεξικό
    • φοράει κάτι στρογγυλά μικρά γυαλάκια που της πάνε πολύ
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1964, αρχική έκδοση 1953. @google.gr/books

Ετυμολογία

γυαλάκια < γυαλ(ιά) + -άκια, πληθυντικός αριθμός του γυαλάκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγυαλάκιαγυαλάκια
Γενική——
Αιτιατική—γυαλάκια
Κλητική—γυαλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →