γυαλάκιας
•
- ειρωνικόαυτός που φοράει γυαλιά οράσεως, ο γυαλιάς Βικιλεξικό
- διοπτροφόρος (καθαρεύουσα)
Ετυμολογία
γυαλάκιας < γυαλ(ί) + -άκιας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυαλάκιας | γυαλάκηδες |
| Γενική | γυαλάκια | γυαλάκηδων |
| Αιτιατική | γυαλάκια | γυαλάκηδες |
| Κλητική | γυαλάκια | γυαλάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →