γυαλιστικός
•
- που έχει σχέση με το γυάλισμα ή συμβάλλει σʼ αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένογυαλιστικό: προϊόν που έχει σχέση με το γυάλισμα ή συμβάλλει σʼ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυαλιστικός < γυαλίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γυαλιστικός | γυαλιστική | γυαλιστικό |
| Γενική | γυαλιστικού | γυαλιστικής | γυαλιστικού |
| Αιτιατική | γυαλιστικό | γυαλιστική | γυαλιστικό |
| Κλητική | γυαλιστικέ | γυαλιστική | γυαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γυαλιστικοί | γυαλιστικές | γυαλιστικά |
| Γενική | γυαλιστικών | γυαλιστικών | γυαλιστικών |
| Αιτιατική | γυαλιστικούς | γυαλιστικές | γυαλιστικά |
| Κλητική | γυαλιστικοί | γυαλιστικές | γυαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →