Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυαλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το γυάλισμα ή συμβάλλει σʼ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένογυαλιστικό: προϊόν που έχει σχέση με το γυάλισμα ή συμβάλλει σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γυαλιστικός < γυαλίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγυαλιστικόςγυαλιστικήγυαλιστικό
Γενικήγυαλιστικούγυαλιστικήςγυαλιστικού
Αιτιατικήγυαλιστικόγυαλιστικήγυαλιστικό
Κλητικήγυαλιστικέγυαλιστικήγυαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγυαλιστικοίγυαλιστικέςγυαλιστικά
Γενικήγυαλιστικώνγυαλιστικώνγυαλιστικών
Αιτιατικήγυαλιστικούςγυαλιστικέςγυαλιστικά
Κλητικήγυαλιστικοίγυαλιστικέςγυαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →