Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυιος

/ˈʝos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένη γραφήετυμολογική γραφή του γιος, μονοτονική γραφή του γυιός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γυιος < Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, ο φθόγγος /i/ στο υιός παθαίνει συνίζηση και ανάπτυξη ευφωνικού [j] όπως τα γιατρός>ιατρός, γυαλί>υαλί>ύαλος : → δείτε και τις μορφές γυιός και γιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγυιοςγυιοι
Γενικήγυιουγυιων
Αιτιατικήγυιογυιους
Κλητικήγυιεγυιοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →