Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυμναστής

/ʝi.mnaˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αθλητισμόςο εκπαιδευτής στη γυμναστική σε ιδιωτικό ή κρατικό γυμναστήριο, ο επαγγελματίας που μπορεί να διδάξει γυμναστική Βικιλεξικό
  2. αθλητισμόςο καθηγητής σχολείου ο οποίος διδάσκει γυμναστική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γυμναστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γυμναστής < γυμνάζω, γυμνασ- + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγυμναστήςγυμναστές
Γενικήγυμναστήγυμναστών
Αιτιατικήγυμναστήγυμναστές
Κλητικήγυμναστήγυμναστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →