γυμναστική
•
- σύνολο ασκήσεων (ενόργανη ή ανόργανη γυμναστική), που αποσκοπούν στη γύμναση, την ευεξία και τη σωματική αρμονία και ανάπτυξη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο σχετικό μάθημα (σε σχολείο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυμναστική < αρχαία ελληνική γυμναστική (τέχνη: η τέχνη της γύμνασης) < γυμναστικός < γυμνάζω < γυμνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nogʷmós < *nogʷós (γυμνός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυμναστική | γυμναστικές |
| Γενική | γυμναστικής | γυμναστικών |
| Αιτιατική | γυμναστική | γυμναστικές |
| Κλητική | γυμναστική | γυμναστικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →