Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γυμνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αγώνας ή αγώνισμα στο οποίο οι αθλητές αγωνίζονται γυμνοί Βικιλεξικό
    • γυμνικοί αγώνες
  2. σχετικός με τη γυμνότητα Βικιλεξικό
    • γυμνικός χορός
  3. παρωχημένογυμναστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γυμνικός < αρχαία ελληνική (ο σχετικός με τη γυμναστική άσκηση) < γυμνός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγυμνικόςγυμνικήγυμνικό
Γενικήγυμνικούγυμνικήςγυμνικού
Αιτιατικήγυμνικόγυμνικήγυμνικό
Κλητικήγυμνικέγυμνικήγυμνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγυμνικοίγυμνικέςγυμνικά
Γενικήγυμνικώνγυμνικώνγυμνικών
Αιτιατικήγυμνικούςγυμνικέςγυμνικά
Κλητικήγυμνικοίγυμνικέςγυμνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →