γυμνόσπερμα
•
- βοτανικήτα φυτά που τα σπέρματά τους δεν βρίσκονται σε αγγεία, σε κάλυκα, αλλά είναι γυμνά, χωρίς περικάρπιο ή κάποια θήκη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γυμνόσπερμα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γυμνόσπερμος στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυμνόσπερμα | γυμνόσπερμα |
| Γενική | — | γυμνόσπερμων |
| Αιτιατική | — | γυμνόσπερμα |
| Κλητική | — | γυμνόσπερμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →